Θολές αναμνήσεις

Ανοίγει η πόρτα. Βαριά, σιδερένια με τζάμι. Το σοκ της πρώτης εντύπωσης, αν και ισχυρό, δεν μπορεί να με προϊδεάσει για το τι θα δω. Πρώτη θέα είναι ένα έπιπλο απροσδιόριστης χρησιμότητας. Θύμιζε παλιό κρεβάτι ή καναπέ. Ειλικρινά δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Έμοιαζε με κάτι σαν ανοιχτή, οριζόντια ντουλάπα. Διάφορα ρούχα και πανιά ήταν σκορπισμένα, άλλα καθαρά κι άλλα βρώμικα και τσαλακωμένα. Μια εσωτερική πόρτα από ξύλο και τζάμι, από αυτές που μοιάζουν με γιγάντιο καθρέφτη ήταν τουμπαρισμένη στο πάτωμα και ακουμπούσε πάνω σ’αυτό το έπιπλο κάνοντάς το να μοιάζει με λεκάνη ή ένα είδος αυτοσχέδιου δοχείου. Τυχαίο υπέθεσα…  Αυτή η μυρωδιά όμως; Σίγουρα αυτή δεν ήταν τυχαία. Ήμουν σίγουρος ότι την είχα ξαναμυρίσει , αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ πού. Ήταν τόσο χαρακτηριστική που έστιβα το ταλαιπωρημένο μου μυαλό, καταβεβλημένος από καταχρήσεις, ώσπου η μνήμη μου ήρθε ύστερα από ώρες σαν τρένο που καθυστερεί να έρθει στο σταθμό. Αλλά ξέρεις ότι θα έρθει…

Προχώρησα στο σαλόνι. Η αλήθεια είναι ότι τους χώρους του σπιτιού μπορούσε κανείς να τους ονομάσει μόνο κατά συνθήκη καθώς, με εξαίρεση το μπάνιο, όλοι οι άλλοι είχαν μάλλον πολλαπλή χρησιμότητα. Αν και η λέξη χρησιμότητα έμοιαζε παράταιρη σ’αυτό το χάος! Το θολωμένο, μα ακόμα αχόρταγο, βλέμμα μου διέτρεχε κάθε σπιθαμή του δωματίου. Στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες τριγύρω. Στα δεξιά μου ένα ντιβάνι με σκεπάσματα ξέστρωτα, τσαλακωμένα και βρώμικα. Πάνω απ’το ντιβάνι υπήρχε ένα παράθυρο, που η μυρωδιά πρόδιδε ότι παρέμενε σχεδόν πάντα κλειστό. Δύο μεγάλες πρόκες στήριζαν ένα γκρίζο ξεφτισμένο πανί που εκτελούσε χρέη κουρτίνας. Στα αριστερά μου ένα θηριώδες μπαούλο πάνω στο οποίο ήταν μια μικρή τηλεόραση. Και στο βάθος, σε ρόλο κομοδίνου για το ντιβάνι, ήταν ένα παιδικό γραφείο, μικρό, με ενσωματωμένη βιβλιοθήκη. Επάνω του λογής λογής μικροαντικείμενα, σε πλήρη αναρχία. Έβαζα στοίχημα ότι τα μισά ήταν για πέταμα. Ήμουν μόλις δύο λεπτά μέσα στο σπίτι και είχα ήδη καταλάβει ότι είχα κάνει πολύ μεγάλο λάθος. Δεν πίστευα ότι είχα συμφωνήσει να κοιμηθώ εκεί. Ακόμα κι ένας ποντικός θα είχε τις αμφιβολίες του σ’αυτό το μέρος…

Έκατσα στην τραπεζαρία, παρατηρώντας ότι ήταν στρωμένη με ένα κοκκινωπό πανί που έμοιαζε στην υφή με στρατιωτική κουβέρτα. Στο τραπέζι σκορπισμένα πακέτα από τσιγάρα, μικρά σκουπιδάκια, δύο σταχτοθήκες φίσκα στη γόπα, το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, σκόνη, στάχτες και μερικές εφημερίδες περασμένων εβδομάδων. Ενώ οι καταχρήσεις συνεχίζονταν, την προσοχή μου τραβούσαν η τηλεόραση, που έπαιζε βιντεοκλίπ των 80’s και τα σκασίματα στους τοίχους και το ταβάνι, που έμοιαζαν να διαμαρτύρονται για την υγρασία και τη βρώμα. Σαν να είχαν πάρει σάρκα και οστά και να προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’αυτή τη μιζέρια…

Η μουσική με είχε βάλει σε ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένοιωθα σαν ταξιδιώτης σε μια ξένη χώρα και την καρδιά μου πλημμύριζαν συναισθήματα νοσταλγίας για το σπίτι μου. Αισθανόμουν άβολα το δίχως άλλο. Δεν μπορούσα όμως να κάνω πίσω πια. Απλά υπομονή ως το ξημέρωμα. Στη διάρκεια ανούσιων συζητήσεων έβλεπα τη συνείδησή μου να συρρικνώνεται, να μηδενίζεται. Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε μεταμορφωνόταν σε άγριο δαμαστή της γλώσσας μου. Ακροβατούσα ανάμεσα στη δυστυχία και την ηλιθιότητα. Ύστερα από μερικές ώρες που μου φάνηκαν σαν αιώνες, έφτασε η ώρα για ύπνο. Ξάπλωσα στο άθλιο ντιβάνι φορώντας ακόμα τα καπνισμένα μου ρούχα και σκεπάστηκα με τα λιγδιασμένα σκεπάσματα. Το φως έσβησε και έμεινα με το τηλεκοντρόλ στο χέρι και το βλέμμα καρφωμένο στην τηλεόραση χωρις πια να μπορώ να δω μπροστά μου. Γρήγορα συνειδητοποίησα (αλήθεια μπορούσα ακόμα να συνειδητοποιώ;) ότι δεν έχει νόημα η τηλεόραση και την έσβησα με δυσκολία αφού το τηλεκοντρόλ, σε σατανική αρμονία με το υπόλοιπο σπίτι, δεν λειτουργούσε σωστά. Ένοιωσα μια δίνη να με ρουφάει καθώς η μυρωδιά του σπιτιού γινόταν όλο και πιο αποπνικτική. Κατά έναν περίεργο τρόπο όμως δεν ένοιωθα άσχημα. Υποθέτω ότι μάλλον δεν ένοιωθα καθόλου… Η δίνη περιστρεφόταν όλο και πιο γρήγορα και σε δευτερόλεπτα βρισκόμουν ευτυχής και αναίσθητος στον πάτο της.

Ο θόρυβος από κάποια πόρτα λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Είχα ξανά τις αισθήσεις μου. Όχι σε εγρήγορση, αλλά τις είχα. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ξύπνησα από ύπνο ή από κώμα. Βρισκόμουν ακριβώς στην ίδια θέση, όπως είχα ξαπλώσει, και με τα μάτια θολωμένα απ’το λήθαργο σηκώθηκα υπακούοντας στην ανάγκη να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα. Προχωρώντας στα ενδότερα του σπιτιού και με αντίληψη σαφώς πιο βελτιωμένη απ’την χθεσινή βραδιά, αντίκριζα με φρίκη το περιβάλλον. Το σπίτι αυτό θύμιζε έντονα εγκατάλειψη. Πόνος και μιζέρια αναδυόταν από κάθε τοίχο, έπιπλο, γωνία. Η μάχη εδώ μέσα, σ’αυτόν τον περίεργο κόσμο, είχε χαθεί προ πολλού και οι επιζώντες πενθούσαν αιώνια, παραιτημένοι απ’την καθημερινότητα. Χρησιμοποίησα με αποστροφή μια τουαλέτα που, σε ένα διαγωνισμό που διεξήχθηκε αστραπιαία στο μυαλό μου, πήρε άνετα το βραβείο της χειρότερης που έχω δει . Μια κιτρινισμένη, πολυκαιρισμένη λεκάνη, μια βρώμικη μεταλλική μπανιέρα στηριγμένη σε τσιμεντόλιθους, ένας νιπτήρας που προεξείχε απ’τον τοίχο σαν απόστημα, χωρίς παροχή νερού, υγρασία και μουντή ατμόσφαιρα ήταν τα κομμάτια αυτού του κακοφορμισμένου παζλ.

Μολονότι υπήρχαν και άλλοι χώροι στο σπίτι εκτός απ’το δωμάτιο που κοιμήθηκα και την τουαλέτα, δεν έτυχε και δεν ήθελα να τους παρατηρήσω. Μόνο οι τοίχοι των διαδρόμων χαράχτηκαν στο μυαλό μου θυμίζοντάς μου το εξώφυλλο ενός δίσκου των Pink Floyd. Σαθροί, με ξεραμένες μπογιές να χάσκουν σαν στόματα που θρηνούν. Το μόνο που ήθελα πια ήταν να φύγω από αυτό το αχούρι. Και ευτυχώς καμιά συμφωνία δεν με κράταγε πια εδώ.

Ήξερα ότι θα πέρναγα την υπόλοιπη μέρα κατηγορώντας τον εαυτό μου για τις επιλογές ή μάλλον τις παρορμήσεις που με κυρίευσαν ακόμα μια φορά το προηγούμενο βράδυ. Είχα γίνει και πάλι έρμαιο της τάσης μου για αυτοκαταστροφή κι αυτή τη φορά η συνέπεια ήταν να κοιμηθώ σ’αυτήν την εφιαλτική τρύπα… Δεν μπορούσα πια να ξεχωρίσω αν ήμουν ένας συλλέκτης εμπειριών ή απλά ένας ηλίθιος. Πήρα τα πράγματά μου, η βαριά εξώπορτα άνοιξε και το εκτυφλωτικό φως του ήλιου πρέπει να με έκανε να μοιάζω με τυφλοπόντικα. Γεμάτος ευγνωμοσύνη ρούφηξα τον καθαρό αέρα, αυτόν που καθημερινά αναπνέω στο κέντρο αυτής της τσιμεντούπολης… Καβαλώντας τη μηχανή μου ένοιωσα πάλι αυτό το ψευδές συναίσθημα ελευθερίας που τόσο απολαμβάνω… Το μυαλό του ανθρώπου όλα τα μεγαλοποιεί μόλις τελειώσουν. Ετσι και με το δικό μου σκέφτηκα πως μόλις δραπέτευσα απ’την κόλαση! Μήπως όμως απλά βγήκα από ένα δωμάτιό της και περιπλανιόμουν στους διαδρόμους της… ;

Advertisements

One thought on “Θολές αναμνήσεις

Add yours

  1. Μου θυμιζει ενα γραφειο…Κι ενα κουτι σ’ενα ντουλαπι, που εκρυβε τα ανομολογητα παθη ενος σχεδν υπερηλικα. Κι εγω πηγα….Νομιζοντας οτι μπορει να μ’αρεσει(δυο υποθεσεις σε μια μικρη προταση!). Εφυγα, τρεχοντας. Ακομα τρεχω…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: